δίσεκτος


δίσεκτος
[дисэктос] εκ. високосный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δίσεκτος" в других словарях:

  • δίσεκτος — δίσεκτος, η, ο και δίσεχτος, η, ο 1. χρόνος με 366 μέρες. 2. χρόνος που φέρνει δυστυχία: Στους δίσεχτους χρόνους δε γίνονται γάμοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δίσεκτος — και δίσεχτος, η, ο (Μ δίσεκτος και βίσεκτος, ον) 1. έτος, χρόνος με 366 ημέρες, δηλ. που είχε δις την έκτη μέρα πριν από τις καλένδες τού Μαρτίου 2. δυσοίωνος χρόνος, με απρόβλεπτες συμφορές. [ΕΤΥΜΟΛ. < δισ (βλ. δις) + έκτος] …   Dictionary of Greek

  • βίσεκτος — και βίσεξτος, ον (AM) ο δίσεκτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. bisextus «δίσεκτος» (ενν. annus)] …   Dictionary of Greek

  • μήνας — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ο Αιγύπτιος (Αίγυπτος 266 – Κοτύαιο 296). Γεννήθηκε από γονείς ειδωλολάτρες. Αρχικά υπηρέτησε ως στρατιώτης στα Ρουτιλιακά Νούμερα της Φρυγίας, νωρίς όμως εγκατέλειψε τον στρατό και αποσύρθηκε σε… …   Dictionary of Greek